Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012


Σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό παν- και παμ-

παν- και παμ- :
 α’ συνθετικό που δηλώνει ότι το β΄ συνθετικό υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό: πάμπλουτος, πανέξυπνος. Επίσης χρησιμοποιείται στο σχηματισμό λέξεων, που αναφέρονται στο σύνολο αυτού που δηλώνει το β΄ συνθετικό

α] σύνθετες λέξεις με α’ συνθετικό το παν- και παμ- που δηλώνουν ότι υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που σημαίνει το β΄ συνθετικό

  • παμμέγιστος: πάρα πολύ σπουδαίος
  • παμπάλαιος: πάρα πολύ παλιός
  • παμπληθής: αυτός που αποτελείται από μεγάλο πλήθος
  • πάμπλουτος: ζάμπλουτος, βαθύπλουτος ΑΝΤΩΝΥΜΑ: πάμπτωχος, θεόφτωχος 
  • πάμφθηνος: ΑΝΤΩΝΥΜΑ: πανάκριβος, απλησίαστος, φωτιά και λάβρα 
  • πάμφωτος: αυτός που καταυγάζεται από φως, κατάφωτος, υπέρλαμπρος ολόφωτος ΑΝΤΩΝΥΜΑ: ολοσκότεινος 
  • πανάγαθος: προσωνυμία του θεού που διαθέτει καλοσύνη στον υπέρτατο βαθμό ΠΡΒΛ. πανάγιος, παναγιότατος, πάναγνος, πανάμωμος, πανάχραντος 
  • πανάξιος: απολύτως άξιος 
  • πανάρχαιος: εξαιρετικά αρχαίος 
  • πανέμορφος, πανέξυπνος, πανέρημος, πανέτοιμος, πανευτυχής, πάνοπλος, πάνσοφος και άλλες πολλές

β] σύνθετες λέξεις με α’ συνθετικό το παν- και παμ- που αναφέρονται στο σύνολο αυτού που δηλώνει το β΄ συνθετικό 
  • παμφάγος: αυτός που τρέφεται από κάθε είδους τροφή / ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ αυτός που καταστρέφει τα πάντα π.χ. παμφάγος χρόνος, παμφάγο πυρ
  • παμψηφεί: με όλες τις ψήφους, ομόφωνα
  • πανάκεια (β΄συνθετικό -άκος= θεραπεία): φάρμακο που θεωρείται ότι θεραπεύει κάθε ασθένεια. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ: το μέσο επίλυσης κάθε προβλήματος π.χ. η φορολογική μεταρρύθμιση δεν αποτελεί πανάκεια για όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. 
  • πανανθρώπινος: αυτός που σχετίζεται με όλους τους ανθρώπους, οικουμενικός π.χ. η πανανθρώπινη επιθυμία για ειρήνη 
  • πανδαιμόνιο: κατάσταση στην οποία επικρατούν εκκωφαντικοί θόρυβοι ΣΥΝΩΝΥΜΑ: πανζουρλισμός, κοσμοχαλασιά 
  • πανδαισία: πλούσιο και μεγαλοπρεπές συμπόσιο, στο οποίο παρατίθεται μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων και ποτών και γενικά η απόλαυση που πηγάζει από αφθονία αισθητικών ή πνευματικών ερεθισμάτων π.χ. πανδαισία χρωμάτων ΣΥΝΩΝΥΜΑ: λουκούλειο γεύμα, ευωχία, φαγοπότι 
  • πανδαμάτωρ: που δαμάζει, που υποτάσσει τα πάντα π.χ. πανδαμάτωρ χρόνος 
  • πάνδεινα: μεγάλα δεινά ή ταλαιπωρίες
  • πανδέκτης: που δέχεται τα πάντα
  • πάνδημος: αυτός που γίνεται ή εκδηλώνεται με συναίνεση ή τη συμμετοχή ολόκληρου του λαού 
  • Πανδώρα – φράση: το κουτί της Πανδώρας, το πιθάρι που περιείχε όλα τα κακά του κόσμου και δόθηκε στην Πανδώρα από τους θεούς ως γαμήλιο δώρο, η οποία και το άνοιξε παρά τη διαταγή του Δία, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν τα δεινά αυτά στον κόσμο 
  • πανελλαδικός, πανελλήνιος, πανεργατικός, πανηγυρικός, πανθεϊσμός, πανσέληνος και άλλες πολλές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου